Κτήριο

Το κτήριοκτίριο) ορίζεται ως κάθε μόνιμο και ανεξάρτητο κτίσμα με εξωτερικούς τοίχους και στέγη, που προορίζεται για τη στέγαση ανθρώπων, ζώων ή αντικειμένων, ενώ μπορεί να είναι πολυώροφο με υπέργειους και υπόγειους χώρους. Η ορθογραφία της λέξης αποτελεί διαχρονικό ζήτημα: η ετυμολογική προέλευση από το «ευκτήριον» ή «οικητήριον» οδηγεί στη γραφή με -η-, αλλά η παρετυμολογική επίδραση του ρήματος «κτίζω» καθιέρωσε τη γραφή με -ι-, την οποία πρότεινε επίσημα η Ακαδημία Αθηνών ήδη από το 1930. Η παλαιότερη μαρτυρία της γραφής «κτίριον» εντοπίζεται στον Παυσανία, ενώ τα σύγχρονα λεξικά, όπως αυτό της Ακαδημίας Αθηνών, καταχωρίζουν και τους δύο τύπους. Τα κτήρια εξυπηρετούν ποικίλες ανάγκες, όπως διαμονή, εργασία, αποθήκευση και λειτουργία μηχανημάτων, και διαθέτουν χώρους κύριας και βοηθητικής χρήσης (π.χ. λουτρά, αποθήκες). Σύμφωνα με τον Κτηριοδομικό Κανονισμό, κατατάσσονται σε κατηγορίες όπως κατοικίες, ξενοδοχεία, γραφεία, εμπορικά κέντρα, χώροι συνάθροισης κοινού, εκπαιδευτικά ιδρύματα και νοσοκομεία, ανάλογα με τη χρήση τους.