Οικογένεια

Η οικογένεια ορίζεται ως μια θεσμοθετημένη βιο-κοινωνική μονάδα, με βασικό πυρήνα δύο ενήλικες και τα τέκνα τους, που εξασφαλίζει συναισθηματική πληρότητα, έλεγχο των αναγκών και ομαλή κοινωνικοποίηση των παιδιών. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ετυμολογία του όρου στην Ελλάδα, καθώς δεν υπήρχε στην κλασική αρχαιότητα (όπου χρησιμοποιούνταν ο «οίκος»), αλλά εμφανίστηκε για πρώτη φορά στα βυζαντινά κείμενα από τα συνθετικά «οίκος» και «γένος». Η σημασία της αναγνωρίζεται διεθνώς, καθώς το άρθρο 16(3) της Παγκόσμιας Διακήρυξης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων την χαρακτηρίζει ως τη φυσική και θεμελιώδη μονάδα της κοινωνίας που χρήζει προστασίας από το κράτος. Στη σύγχρονη κοινωνιολογία, ο όρος «οικιακή μονάδα» χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει όσους συμβιώνουν κάτω από μία στέγη και μοιράζονται οικονομία και κατανάλωση, συμπεριλαμβάνοντας και μη συγγενικά πρόσωπα (όπως υπηρετικό προσωπικό), κάτι που στην ελληνική παράδοση είναι σπάνιο εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων. Τέλος, στην κοινωνική ανθρωπολογία η συγγένεια δεν αντιμετωπίζεται πάντα ως δεσμός αίματος, αλλά συχνά μεταφορικά, ενώ στην καθομιλουμένη ελληνική έχουν επικρατήσει όροι όπως «φαμίλια», «σπιτικό» ή «νοικοκυριό» για να αποδώσουν την έννοια της οικογένειας.