Ηθοποιός

Ηθοποιός είναι ο καλλιτέχνης που ερμηνεύει έναν ρόλο, με τη λέξη να προέρχεται από το «ήθος» (χαρακτήρας) και το «ποιώ» (δημιουργώ), δηλαδή αυτός που πλάθει έναν χαρακτήρα. Στο αρχαίο ελληνικό θέατρο οι ηθοποιοί λέγονταν υποκριτές, με τον Θέσπη (6ος αι. π.Χ.) να θεωρείται ο πρώτος, ενώ αργότερα ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής πρόσθεσαν δεύτερο και τρίτο υποκριτή, με τους ρόλους να παίζονται πάντα με μάσκες και μόνο από άνδρες. Στα ρωμαϊκά χρόνια οι ηθοποιοί ήταν συνήθως σκλάβοι και περιφρονημένοι, ενώ στον Μεσαίωνα τη θέση τους πήραν μίμοι, γελωτοποιοί και τροβαδούροι, που άλλοτε πλούτιζαν και άλλοτε διώκονταν. Μια επανάσταση έγινε στις 25 Φεβρουαρίου 1545 στην Πάντοβα, όταν οκτώ ηθοποιοί υπέγραψαν σύμβαση για επαγγελματική δράση, γεννώντας την Κομέντια ντελ άρτε, όπου για πρώτη φορά οι γυναίκες ανέβηκαν στη σκηνή (π.χ. η Ιζαμπέλα Αντρείνη). Στο ελισαβετιανό θέατρο το κύρος τους ανέβηκε, καθώς έγιναν υπηρέτες της βασιλικής οικογένειας, με τον θίασο Chamberlain's Men (με τους Σαίξπηρ και Ρίτσαρντ Μπέρμπατζ) να πρωταγωνιστεί, ενώ εκτίμηση γνώρισαν και στον ισπανικό Χρυσό Αιώνα. Τέλος, η χριστιανική εκκλησία από τη Σύνοδο της Ελβίρας (305 μ.Χ.) απαγόρευσε το επάγγελμα στους πιστούς, αλλά καμία Οικουμενική Σύνοδος δεν έριξε επίσημο ανάθεμα στους ηθοποιούς, παρά τις γενικές απαγορεύσεις παρακολούθησης θεαμάτων.