Απάτη

Η απάτη ορίζεται ως η σκόπιμη εξαπάτηση για την απόκτηση αθέμιτου κέρδους ή τη στέρηση νόμιμου δικαιώματος, και μπορεί να αποτελεί τόσο αστικό αδίκημα (αδικοπραξία) όσο και ποινικό έγκλημα, με σκοπό που δεν περιορίζεται σε χρήματα αλλά και σε οφέλη όπως διαβατήρια ή άδειες οδήγησης. Στο αστικό δίκαιο, τα απαραίτητα στοιχεία περιλαμβάνουν την ηθελημένη παραποίηση ή απόκρυψη σημαντικού γεγονότος, ενώ η απόδειξη της πρόθεσης είναι συχνά δύσκολη και απαιτεί "σαφή και πειστικά στοιχεία", με τα ένδικα μέσα να περιλαμβάνουν ακύρωση συμβάσεων και χρηματική αποζημίωση. Ως ποινικό αδίκημα, περιλαμβάνει μορφές όπως η κλοπή με ψευδή προσχήματα και η τραπεζική απάτη, όπου ο δράστης εξαπατά το θύμα για να του αποσπάσει την περιουσία. Στα είδη απάτης συγκαταλέγονται η πλαστογραφία, η κλοπή ταυτότητας και η διαδικτυακή απάτη, η οποία έχει εξαπλωθεί ραγδαία λόγω της διεθνούς φύσης του διαδικτύου και των τεχνικών hacking. Τέλος, η απάτη διακρίνεται από τη φάρσα (που δεν έχει πρόθεση κέρδους ή βλάβης) και περιλαμβάνει και την "εσωτερική απάτη", όταν ο δράστης είναι υπάλληλος ενός οργανισμού.