Ανοσοκατασταλτικό φάρμακο

Τα ανοσοκατασταλτικά φάρμακα μειώνουν τη δραστηριότητα του ανοσοποιητικού συστήματος και χρησιμοποιούνται για την πρόληψη της απόρριψης μεταμοσχευμένων οργάνων (π.χ. ήπαρ, καρδιά, νεφρό), καθώς και για τη θεραπεία αυτοάνοσων νοσημάτων όπως ο λύκος, η ψωρίαση και η ρευματοειδής αρθρίτιδα. Ταξινομούνται σε διάφορες κατηγορίες, με σημαντικότερες τα γλυκοκορτικοειδή (π.χ. πρεδνιζόνη), τα κυττοστατικά και τα αντισώματα, τα οποία δρουν είτε αναστέλλοντας την παραγωγή κυτοκινών, είτε εξαντλώντας τα Τ-κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Τα γλυκοκορτικοειδή αποτελούν τη βάση των περισσότερων θεραπευτικών σχημάτων, αλλά η δοσολογία τους πρέπει να μειώνεται πολύ αργά για να αποφεύγεται ο κίνδυνος υποτροπής της νόσου, ενώ τα μονοκλωνικά αντισώματα (όπως το αντι-CD20) προσφέρουν πιο στοχευμένη αγωγή. Επειδή η καταστολή της ανοσίας αυξάνει την πιθανότητα λοιμώξεων, οι γιατροί συχνά συνδυάζουν διαφορετικά φάρμακα, προκειμένου να ελαχιστοποιήσουν τις σοβαρές ανεπιθύμητες ενέργειες. Η παρακολούθηση της θεραπείας πραγματοποιείται μέσω τακτικών εξετάσεων αίματος, οι οποίες αξιολογούν την αποτελεσματικότητα και προσαρμοσσάζουν τη δοσολογία, καταγράφοντας παράλληλα τυχόν πποικές παρενέργειες.